Κύστη Κωναρίου

Η κύστη κωναρίου αποτελεί συνήθως ένα τυχαίο εύρημα όταν δεν είναι συμπτωματική και ανευρίσκεται στο 4% των Μαγνητικών Eγκεφάλου.

Συνήθως έχουν διάμετρο μικρότερη του 1 εκατοστού.

Σε γενικές γραμμές θεωρούνται καλοήθεις ωστόσο η φυσική τους πορεία δεν μπορεί να καθοριστεί με βεβαιότητα.

Η κύστη κωναρίου μπορεί να περιέχει διαυγές, ελαφρά ξανθοχρωματικό ή αιμορραγικό υγρό.

Σε σπάνιες περιπτώσεις μπορεί να διογκώνονται και να προκαλούν συμπτώματα.

Ενδέχεται ο ασθενής να παρουσιάζει διαταραχή στην κινητικότητα των οφθαλμών.

Επεισόδια κεφαλαλγίας αποδίδονται κατά περίπτωση στην ύπαρξη κύστης κωναρίου. Η εξήγηση πίσω από αυτή τη θεωρία βρίσκεται στην πιθανότητα η κύστη να πιέζει τη φλέβα του Γαληνού ή/και τον Υδραγωγό του Sylvius.

Ενίοτε μπορεί να προκληθεί και υδροκεφαλία λόγω πίεσης που μπορεί να προκληθεί στον υδραγωγό του εγκεφάλου.

Η εξέταση εκλογής για τη διάγνωση της κύστης κωναρίου είναι η Μαγνητική Τομογραφία εγκεφάλου.

Τα ιδιαίτερα απεικονιστικά χαρακτηριστικά της κύστης κωναρίου υποδεικνύουν κατά πόσο η κύστη  μπορεί να είναι καλοήθης ή όχι.

Σε συμπτωματική κύστη κωναρίου αλλά και σε κύστη η οποία διαφοροποιείται απεικονοστικά ανάμεσα στους ελέγχους με Μαγνητική Τομογραφία εγκεφάλου τότε μπορεί να προταθεί η χειρουργική αντιμετώπιση με σκοπό την ανακούφιση των συμπτωμάτων αλλά και τη λήψη βιοψίας.

Η αφαίρεση της κύστης κωναρίου μπορεί να γίνει είτε στερεοτακτικά είτε με την ενδοσκοπική τεχνική.

Όταν ανευρίσκεται σε ασθενή η κύστη κωναρίου τότε θα πρέπει να διερευνηθεί και ο ασθενής να παρακολουθείται σύμφωνα με τις οδηγίες ειδικού Νευροχειρουργού.